ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ...ΚΑΘΕ ΚΑΤΕΡΓΑΡΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟ ΤΟΥ;;Η ΔΕ ΜΥΡΙΣΑ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ;;Η ΤΑ ΒΡΗΚΕ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙΑ;;Η ΑΛΑ ΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ;;;;;






Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του

Στα παλιά τα χρόνια, για να ταξιδέψεις στη θάλασσα έπρεπε να ’χεις πολύ κουράγιο, γιατί σ’ όλα τα πέλαγα αλώνιζαν κουρσάρικα καράβια.

Οι μηχανές ήταν ακόμα άγνωστες και τα πλοία αρμένιζαν με τα πανιά ή με τα κουπιά.
Φαντάζεστε τι πλήρωμα θα ’χανε τα κουρσάρικα καράβια!

Οι κωπηλάτες, οι περισσότεροι ήταν συνήθως κατάδικοι (άνθρωποι των κάτεργων – δηλ. πλοίο που δούλευαν οι κατάδικοι), με σκοτεινό παρελθόν, (απ’ εδώ και η λέξη κατεργάρης=άνθρωπος χωρίς εμπιστοσύνη κλπ.).

Υπήρχαν, επίσης, πλοία την εποχή εκείνη, που ονομαζόντουσαν «κάτεργα» (πλεούμενες φυλακές). Έτσι, το πλήρωμα αυτών των πλοίων λεγόταν «κατεργάρηδες».

Όταν, λοιπόν, ο αέρας έπεφτε και το καράβι έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του, μια φωνή δυνατή ξεσήκωνε απ’ το ξαπόσταμά τους, τους ανθρώπους αυτούς: «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του».

Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς ξύλινους μπάγκους ή πάγκους (από το ιταλικό panco)!
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Δε μύρισα τα νύχια μου

Στην αρχαιότητα, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρχε η συνήθεια να παίζονται στοιχήματα, όπως και τώρα δηλαδή.

Έτσι, λίγο προτού μπουν οι αθλητές στον στίβο, πολλοί θεατές έξω απ’ το στάδιο, έβαζαν στοιχήματα για τους αθλητές που πίστευαν ότι θα νικήσουν.

Πολλοί απ’ αυτούς που στοιχημάτιζαν, αναζητώντας μεγαλύτερη «σιγουριά», πήγαιναν σε διάφορα μαντεία και ζητούσαν να μάθουν τον νικητή για το αγώνισμα που τους ενδιέφερε.

Οι ιέρειες των μαντείων, βουτούσαν τότε τα δάκτυλα των χεριών τους σ’ ένα υγρό, καμωμένο από δαφνέλαιο και ύστερα αφού τα έφερναν κοντά στη μύτη τους και μύριζαν τα νύχια τους, έπεφταν σ’ ένα είδος καταληψίας.

Στην συνέχεια προφήτευαν κι έλεγαν το όνομα του νικητή.

Από το περίεργο αυτό γεγονός, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «Δε μύρισα τα νύχια μου», που την λέμε συνήθως, όταν μας ρωτούν κάτι, ή για κάποιο γνωστό συμβάν, το οποίο όμως εμείς αγνοούμε.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Τα βρήκε μπαστούνια

Χρησιμοποιούμε σήμερα την παροιμιώδη φράση «τα βρήκα μπαστούνια», όταν θέλουμε να πούμε ότι συναντήσαμε σοβαρά εμπόδια και δυσκολίες σε κάτι που επιχειρήσαμε να κάνουμε. Ο πολύς κόσμος, πιστεύει λανθασμένα ότι με τον όρο «μπαστούνια» εννοούνται οι φιγούρες τις τράπουλας ή τα πραγματικά μπαστούνια (μαγκούρες), κάτι όμως το οποίο δεν είναι σωστό.

Η προέλευση της φράσης ανάγεται σε ένα πραγματικό γεγονός, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από μια μονομαχία.

Εκατό χρόνια μετά το πάρσιμο του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή αυτή την επέτειο. Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών. Νικητές ξεχώρισαν δυο: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος -μόλις 20 χρονών- και ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος.
Εκείνη την ημέρα κάλεσε σε μονομαχία ο «Μπάιλος» του Μορέα, Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς Ιωάννη, που φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του κι αρνήθηκε να χτυπηθεί με την πρόφαση ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο. Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, γιατί ανέβηκε πάνω σ’ αυτό το ίδιο το άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: «Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο».

Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν «μπαστέν» και οι Έλληνες τα έλεγαν «μπαστούνια».

Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο. Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό «μπαστούνι». Και τα δυο τα βρήκε «μπαστούνια». Ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος.

Από τότε έμεινε η φράση: «Τα βρήκε μπαστούνια» και φυσικά δεν έχει σχέση με τα τραπουλόχαρτα ή τα μπαστούνια που γνωρίζουμε.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αλά μπουρνέζικα

Όταν μας μιλάει κάποιος και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λέει, τότε του λέμε πως μιλάει…αλά μποuρνέζικα.

Πολλοί νομίζουν, πως είναι μια λέξη (αλαμπουρνέζικα). Είναι όμως δύο. Όπως το «αλά γαλλικά».

Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που θα μιλούσαν σε κάποιο τόπο ή και θα μιλάνε ακόμα, γιατί ο τόπος αυτός πράγματι υπάρχει. Είναι σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.

Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ.

Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Τα τσούξαμε.

Στην αρχαιότητα, πολλές γυναίκες έπιναν τόνους κρασί.Μάλιστα, ανακάτευαν στο κρασί τους μια σκόνη η οποία έκανε την γεύση έντονη.Σε σημείο να τσούζει η γλώσσα. Από κει βγήκε και η φράση "τα τσούξαμε".


------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Χωριό που φαίνεται, κολαούζο δεν θέλει
Η λέξη 'Κολαούζος' προέρχεται από την Τουρκική Kilavuz και σημαίνει τον οδηγητή, τον οδηγό. Χωριό λοιπόν που φαίνεται δεν χρειάζεται οδηγό για να σε πάει. Σε κάτι δηλαδή που είναι φανερό και αυταπόδειχτο δεν χρειάζεται κολαούζος 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου